Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Κεφ.9 Ημερολόγιο Καταστρώματος


ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ
17/4/2005, Κέρκυρα

«Α, την βίλα Μπενεφιτσέντζα ψάχνετε. Πως, πως, την ξέρω. Στο δεύτερο δρόμο θα κάνετε δεξιά, μετά από διακόσια μέτρα θα δείτε τον νερόμυλο. Εκεί έχει ένα δρόμο που πάει λοξά προς την Αλεπού, έχει πινακίδα. Πάρτε αυτό το σοκάκι και μετά από εκατό μέτρα θα την δείτε, έχει ένα φράχτη με κυπαρίσσια. Το πορτόνι του είναι αυτό στη φωτογραφία.»

Η γιαγιά που γύριζε από την εκκλησία ντυμένη με τα καλά της ρούχα κρατώντας τα αντίδωρα σε μια χαρτοπετσέτα, κοιτούσε καχύποπτα μια τη μηχανή και μια τη φωτογραφία. Έκανε το σταυρό της την στιγμή που την ευχαριστούσες για την πληροφορία. Σου φάνηκε σαν να προσπαθούσε να εξορκίσει κάποιο κακό.

Το πορτόνι με το οικόσημο ήταν ξεκλείδωτο, έσπρωξες και άνοιξε. Ένα πυκνό δάσος από κυπαρίσσια, λεμονιές και ελιές άφηνε τον ήλιο να περάσει μόνο στον καλοπατημένο χωματόδρομο που έδειχνε φωτεινά μια πορεία. Την ακολουθήσατε πάνω στη μηχανή. Μετά από εκατό πενήντα μέτρα ήταν ένα υποστατικό. Πάπιες, χήνες και κότες έβοσκαν στο γρασίδι δίπλα στο ποταμάκι. Μετά τη γέφυρα ο δρόμος έκανε διχάλα, σταμάτησες τη μηχανή πάνω στο πέτρινο γεφυράκι. Ένας κοντός γεροδεμένος, γύρω στα εξήντα εμφανίστηκε μέσα από μια πόρτα του υποστατικού που άνοιξε στο άκουσμα της μηχανής. Η κυρά του που φορούσε την ποδιά της κουζίνας, παρατηρούσε από μέσα. Αυτός κινήθηκε προς το γεφυράκι με μεγάλες δρασκελιές.

«Για πού το βάλατε παιδιά;» ρώτησε.

«Εδώ είναι το σπίτι που μένει ο καθηγητής Σπύρος Πορφύρης; Είμαι συνεργάτης του στο Πανεπιστήμιο» δήλωσες. Ο ενεστώτας προσδιόριζε την κρυμμένη σου ελπίδα στο υποσυνείδητο.

«Πως λέγεστε;» ρώτησε κοφτά.

Το ήξερες πλέον το ποίημα, είπες όνομα, επώνυμο και έδωσες την ταυτότητα για έλεγχο ταυτοπροσωπίας πριν στην ζητήσει. Φαίνεται ότι αυτό δεν αρκούσε.

«Δεν μπορώ να σας αφήσω να προχωρήσετε στο σπίτι, δεν έχω το κλειδί του» είπε.

«Το έχουμε εμείς, μας το έχει αφήσει ο καθηγητής» είπε η Φρόσω δείχνοντάς του το χαλκοπράσινο με το οικόσημο.

Πήρε το κλειδί στα χέρια του και το εξέτασε εξονυχιστικά. Έδειξε να αρχίζει να χαλαρώνει.

«Σας περιμέναμε» είπε «μόνο που περίμενα να είστε μόνος κύριε Κώστα. Η κοπέλα;»

«Η κυρία Φρόσω Δρόσου, συνεργάτης και αυτή του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, δουλεύουμε μαζί. Το όνομά σας;» ρώτησες.

«Φώτης Παγκράτης. Είμαι ο επιστάτης και φύλακας του κτήματος. Τη γυναίκα μου τη λένε Μαρίνα, ζούμε εδώ μαζί σαράντα χρόνια.»

«Ο καθηγητής και η Στέλλα είναι στο σπίτι;» ρώτησες.

«Γνωρίζεις και την Στελλίνα;» χαμογελούσε πλέον τελείως χαλαρωμένος. «Όχι, λείπουν και οι δύο. Πριν φύγουν όμως μου είπαν ότι θα ερχόσουν κάποια μέρα μετά το τέλος Μαρτίου και να σε βοηθήσω σε ότι χρειαστείς στο σπίτι. Μου είπε ακόμα να σε αφήσω να μπεις σε αυτό μόνο αν είχες μαζί σου αυτό το κλειδί. Δεν ανοίγει πια καμιά κλειδαριά, είναι κειμήλιο. Να πω της Μαρίνας να φτιάξει καφεδάκια; Το σπίτι είναι έτοιμο, σε περιμένει εδώ και μέρες, θα σας οδηγήσω εγώ.»

Καθίσατε στο κτιστό τραπέζι κάτω από την κρεβατίνα που άρχισε να φτιάχνει τα πρώτα της κληματόφυλλα. Δεν ακουγόταν τίποτα από έξω απ’ το κτήμα, οι μόνοι ήχοι που έφταναν εδώ ήταν από τα πουλερικά και το νερό στο ποταμάκι. Άναψε άφιλτρο τσιγάρο αμίλητος. Η κυρία Μαρίνα έφερε τους καφέδες και γλυκό κουμ-κουάτ. Κάθισε απέναντι από την Φρόσω και την κοιτούσε διερευνητικά.

«Όμορφο κτήμα» της είπες.

«Αχ και που να το’ βλεπες στα καλά του γιέ μου. Γεράσαμε πια και εγώ και ο Φώτης μου, έφυγε η κόρη για τη πόλη, τι να σου κάνουμε δυο χέρια. Ο Φώτης τα μαστορέματα, εγώ τα πουλιά και το μποστάνι. Δόξα το Θεό όμως, δε λέω. Είσαστε παντρεμένοι;» ρώτησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ή σαν αυτή η ερώτηση να είναι ότι το πιο φυσικό να ρωτηθεί σε αυτό τον τόπο όταν ένα κορίτσι είναι με ένα αγόρι.

«Είμαστε μικροί κυρία Μαρίνα» απάντησε η Φρόσω. «Ακόμα μαθαίνουμε γράμματα στα θρανία.»

«Βρε δεν τα’ αφήνετε αυτά λέω εγώ. Τα ίδια μου λέει και εκείνη η δική μου η βουρλισμένη που τρέχει όλο με τα καλλιτεχνικά, άντε πότε θα δούμε και ‘μεις κανένα εγγόνι. Η μάνα σου δεν σε έχει τσουρομαδίσει ακόμα με αυτά που λες;» Χαμογελούσαν και οι δυο. Πήρε τον λόγο ο επιστάτης αφού έσβησε το τσιγάρο.

«Το κτήμα αυτό και το σπίτι του έχουν πολύ μεγάλη ιστορία που φτάνει πολύ πιο πίσω από την χρονολογία που γράφει σε αυτό το κλειδί του. Το έφτιαξαν δυο αδέρφια από την Πάντοβα γύρω στο 1670, ο Τζιάκομο και ο Τζιοβάνι Βόλπε που ήταν έμποροι κρασιού και είχαν και δικά τους πλοία. Το επώνυμό τους πάει να πει αλεπού. Αγόρασαν από την Βενετσιάνικη διοίκηση του νησιού όλη την γύρω περιοχή και έχτισαν το σπίτι που θα μείνετε. Εδώ θα μείνετε, έτσι; Έβαλαν για οικόσημο του τις δυο αλεπούδες που είδατε σε αυτό το κλειδί και ρίζωσαν. Οι απόγονοι των Βόλπε δωρίσαν το 1782 το σπίτι και το κτήμα στη Μεγάλη Στοά της Βερόνα. Αυτοί ίδρυσαν εδώ την Μπενεφιτσέντζα, μια οργάνωση κάτι σαν τους τέκτονες, απ’ όπου πήρε και το όνομά του το κτήμα. Τότε έγινε η προέκταση στο σπίτι, έχτισαν το υποστατικό και έβαλαν και αυτό το όνομα στην κορδέλα στο οικόσημο. Λένε ότι εκείνη την εποχή δούλευαν διακόσια άτομα στο κτήμα και στο σπίτι, είχε γίνει το κέντρο του νησιού.»

«Είδαμε μια γριά κυρία να σταυροκοπιέται όταν την ρωτήσαμε τον δρόμο. Από τότε λέτε να της έμεινε;» ρώτησε η Φρόσω.

«Δεν μπορούσε να μπει κανείς τότε εύκολα στο κτήμα, ήταν απαγορευμένη περιοχή για τους ντόπιους και του μη μυημένους. Τότε φτιάχτηκε η περίφραξη και φυτεύτηκαν και τα κυπαρίσσια που ορίζουν το κτήμα περιμετρικά και το κάνουν απρόσιτο ακόμα και με το βλέμμα. Δέκα εφτά χιλιάδες κυπαρίσσια φύτεψαν πίσω από τον φράχτη γύρω από το κτήμα, σήμερα υπάρχουν περίπου τα μισά. Έβλεπαν οι χωριάτες να φτάνουν συνέχεια οι άμαξες με τους διοικητές του νησιού και την υψηλή κοινωνία της εποχής, κυκλοφόρησαν φήμες ότι εδώ μέσα έκαναν τελετές και συμβούλια για να κρατάνε τους δικούς μας σκλάβους, έμεινε από τότε στον χώρο αυτόν η ρετσινιά. Και ‘μας ακόμα μερικοί παλιοί συνεχίζουν να μας λοξοκοιτάνε στον δρόμο. Το 1811, το κτήμα το αγόρασε ο Διονύσιος Ρώμας και το έκανε εξοχικό σπίτι του στη Κέρκυρα. Ο Ρώμας ίδρυσε εδώ, σε αυτό το χώρο, την Γαληνοτάτη Μεγάλη Ανατολή της Ελλάδος κατ’ Ανατολήν Κερκύρας, που λένε ότι συνεργάστηκε με την Φιλική Εταιρεία και το Ελληνικόν Ξενοδοχείον του Καποδίστρια στο Παρίσι. Από αυτή την οργάνωση δημιουργήθηκε αργότερα η Μεγάλη Στοά των τεκτόνων και από αυτήν αργότερα όλες οι άλλες που έχουν γίνει σήμερα τόσες πολλές όσες και οι μουσικές μπάντες της Κέρκυρας. Θυμάμαι ότι κάποια αρχεία του Ρώμα είχαν μείνει εδώ, μέχρι και το 60. Είχα δεν είχα κάνει δυο χρόνια εργάτης τότε στο κτήμα, τα φορτώσαμε μια μέρα σε ένα στρατιωτικό φορτηγό και τα πήραν στην Αθήνα. Λένε ότι είχε ενδιαφερθεί για τα αρχεία αυτά ο ίδιος ο βασιλιάς Παύλος που έρχονταν να κάνει τα ρεπό του τα καλοκαίρια στο Μον Ρεπό» Άναψε και άλλο τσιγάρο.

«Έχει στο σπίτι πεντάλφες, νεκροκεφαλές και τέτοια; Εγώ τα φοβάμαι αυτά, δεν μπαίνω μέσα» είπε η Φρόσω.

«Ησύχασε κορίτσι μου, δεν έχει τέτοια πράγματα εδώ. Το 1840 αγόρασε το κτήμα και το σπίτι ο Σπυρέτος Δελακούρας που ήταν μεγάλος έμπορος ξυλείας και από τότε ανήκει στην οικογένειά του. Ο Δελακούρας εκείνη την εποχή αγόραζε ξυλεία από τους Άγγλους, από εκείνη που έβγαζαν από τα πολεμικά πλοία του στόλου της Μεσογείου που τα διαλύανε στην Μάλτα και την πουλούσε εδώ και στα άλλα Επτάνησα. Όλα τα σπίτια και τα έπιπλα στα αρχοντικά της παλιάς πόλης είναι φτιαγμένα με τα μαόνια και το τικ από τα πλοία που κάποτε έπλεαν με τον στόλο που ναυλοχούσε στη Κέρκυρα, από τα καράβια που πήραν μέρος στην ναυμαχία του Ναυαρίνου. Όταν λέμε εδώ στην Κέρκυρα ότι καθόμαστε πάνω στην ιστορία το εννοούμε κυριολεκτικά. Ας πούμε, αυτές οι καρέκλες που καθόσαστε τώρα είναι από εκείνη την εποχή. Η τελευταία Δελακούρα, η Δέσποινα Δελακούρα -Θεός σχωρέστην, πέθανε πριν οκτώ χρόνια. Ο Σπύρος ο καθηγητής σου, ήταν ο αγαπημένος της βαφτισιμιός και μακρινός της συγγενής, ερχόταν πάντα συχνά και την έβλεπε μέχρι τα τελευταία της. Μετά που πέθανε η νονά του τον βλέπαμε πολύ σπάνια, ποτέ δεν έμενε περισσότερο από μια δυο ώρες. Τον ξαναείδαμε πάλι πέρσι τέτοια εποχή που ήρθε με την Στέλλα και έμειναν μέχρι τον περασμένο Νοέμβρη.»

Η μικρή διακοπή που για να ανάψει τσιγάρο έδωσε την αφορμή για να συνεχίσες η Μαρίνα λέγοντας:
«Τον θυμάμαι μικρό με την αδελφή του που κυνηγούσε τις κότες και τις πάπιες στο ποτάμι, μας είχαν ταράξει και το μποστάνι, αξέχαστα καλοκαίρια. Που τον έχανες που τον έβρισκες τότε, μαζί με την αδελφή του κάθε μεσημέρι το ‘σκαγαν από το σπίτι και ρήμαζαν τις μουριές, ο Σπύρος στα άσπρα μούρα, η αδελφή του στα μαύρα. Τα μαύρα προτιμούσε και ο Σπύρος αλλά δεν ήθελε να προδοθεί από τους λεκέδες στα ρούχα του και τις αρπάξει από την μάνα τους το απόγευμα. Δεν είχε παιδιά ή άλλους συγγενείς η κυρά, το κτήμα και το σπίτι το έγραψε στο Σπύρο και την αδελφή του. Σε μας άφησε αυτό το υποστατικό, το μποστάνι πιο κάτω και δώδεκα στρέμματα, ας είναι καλά. Θα μείνετε για φαγητό. Ετοιμάζω μπακαλιάρο βουτύρου, δεν θα έχετε φάει κάτι παρόμοιο. Βενετσιάνικη συνταγή από τη γιαγιά μου που την έμαθε απ’ τη δική της. Το έμαθε να το φτιάχνει και η Στελλίνα, χρυσό κορίτσι» είπε γεμάτη περηφάνια η κυρα-Μαρίνα αφού ήταν και η ίδια μέρος της ιστορίας. Είπατε να κάτσετε να δοκιμάσετε και γεύσεις από την ιστορία.


Το σπίτι ήταν στο τέλος του χωματόδρομου δεξιά από το γεφυράκι, κάπου τετρακόσια μέτρα μακριά από το υποστατικό του Φώτη. Καταπληκτική Βενετσιάνικη κατασκευή με χοντρούς πέτρινους τοίχους και κεραμίδια, βαμμένο στο χρώμα της τερακότα. Το μισό το κάλυπτε ένας τεράστιος κισσός που άφηνε χώρο να αναπνεύσουν μόνο τα παράθυρα του πάνω ορόφου. Η γύρω φύση έπνιγε το σπίτι μέσα σε ένα πράσινο κλοιό που πιο πράσινο του δεν είχες ξαναδεί ποτέ. Απ’ έξω έδειχνε καλά συντηρημένο. Μια σκάλα οδηγούσε στον πάνω όροφο από τον Νότο, υπήρχε και μια είσοδος από την ανατολική του πλευρά που οδηγούσε κατευθείαν στον κάτω όροφο του σπιτιού που πρέπει να ήταν η προέκταση της αρχικής οικοδομής. Στο κεφαλόσκαλο το οικόσημο με τις αλεπούδες σε υποδέχονταν πάνω σε ένα φίνο ψηφιδωτό. Πάνω από την πόρτα της εισόδου η μαρμάρινη εκδοχή του με τις προσθήκες των ιδρυτών της Αγαθοεργίας. Ο Φώτης έβγαλε μια μεγάλη αρμάθα με κλειδιά, άνοιξε και μας πέρασε στο εσωτερικό του πάνω ορόφου. Άνοιξε τα σκούρα, το φως όρμισε απότομα να καταλάβει τον χώρο που έδειχνε πεντακάθαρος. Στο σαλόνι δέσποζε ένα μαρμάρινο τζάκι, σε όλο τον άλλο χώρο κυριαρχούσε το ξύλο. Μαόνι πάτωμα με εκείνη την πατίνα του χρόνου που του έδινε μια πρόσθετη γοητεία, ξυλόγλυπτο ταβάνι, βαριά έπιπλα παντού, κάποια καλυμμένα με καλόγουστες στόφες. Αριστερά η βιβλιοθήκη γεμάτη παλιά βιβλία και ένα πολύ σύγχρονο ηχοσύστημα. Σε όλους τους τοίχους λάδια και γκραβούρες από παλιά ιστιοφόρα, όλα με το όνομα του σκαριού που απεικόνιζαν και δυο χρονολογίες. Μάλλον της καθέλκυσης και της διάλυσής του. Δεξιά η τραπεζαρία και η βιτρίνα με τα παλιά κρύσταλλα.

«Η κουζίνα είναι στον κάτω όροφο, εκεί είναι και τα υπνοδωμάτια και το μπάνιο. Ακολουθήστε με, προσοχή μόνο μη χτυπήσετε το κεφάλι σας κατεβαίνοντας την σκάλα, φαίνεται ότι ψηλώσαμε πολύ τους τελευταίους πέντε αιώνες». Έσκυψε, αν και δεν ξεπερνούσε το μπόι του το ένα και εξήντα, περνούσε άνετα και όρθιος.

«Έχω την εντύπωση ότι απ’ έξω το σπίτι δείχνει πιο μεγάλο από την αίσθηση που δημιουργεί το εσωτερικό του» παρατήρησες.

Χαμογέλασε. «Πεντάλφες όπως βλέπεις κοπέλα μου δεν έχει. Θα σας ανάψω το καλοριφέρ και τον θερμοσίφωνα, δεν σας περιμέναμε σήμερα. Τα κρεβάτια είναι στρωμένα, αν θέλετε κι’ άλλα σκεπάσματα έχει στις ντουλάπες. Στο ψυγείο έχει εμφιαλωμένο νερό, αν χρειαστείτε και άλλο έχει στα ντουλάπια, της βρύσης δεν το πίνουμε στην Κέρκυρα. Αν χρειαστείτε τίποτε άλλο, καλέστε το 11 στο τηλέφωνο, με το 9 παίρνετε εξωτερική γραμμή. Αφήνω ένα ζευγάρι κλειδιά για τις εξώπορτες. Άντε καλή ξεκούραση.»

Άνοιξες το ηχοσύστημα. Ο χώρος γέμισε με το Ένας Αμερικανός στο Παρίσι του Γκέρσουιν, το ξεχασμένο CD θα ήταν μάλλον το τελευταίο που άκουγε ο Πορφύρης πριν την δεύτερη αναχώρησή του. Έβαλες ένα ποτό και βγήκες στο μπαλκόνι της εισόδου να θαυμάσεις την θέα προς την θάλασσα ανάμεσα στο πράσινο της εξοχής.

«Πως το είπε εκείνο το καράβι Ντόρτμουτ ή Ντόρτμουθ; Για δες εδώ, κάποιος έκανε συλλογή από ημερολόγια καραβιών» ρώτησε η Φρόσω που εξερευνούσε το εσωτερικό του σπιτιού.

Καμιά σαρανταριά χοντρά δερματόδετα ναυτικά ημερολόγια έπιαναν δυο ράφια στην βιβλιοθήκη. Άλλα από παλιά καράβια του εμπορικού και άλλα του πολεμικού ναυτικού της Αγγλίας, η θέση τους θα έπρεπε να ήταν κανονικά σε κάποιο μουσείο του Αγγλικού Ναυαρχείου. Ο συλλέκτης τους θα έπρεπε να είχε ξοδέψει μια περιουσία για να τα μαζέψει σε δημοπρασίες.

Τράβηξες από την βιβλιοθήκη το ημερολόγιο καταστρώματος 1852-54 της φρεγάτας Ντόρτμουθ. Η ελαιογραφία του δέσποζε πάνω από την τραπεζαρία. Ημερομηνία καθέλκυσης 1802, διάλυσης 1854, το τελευταίο του ημερολόγιο του ήταν αυτό. Μάλλον ο Σπυρέτος Δελακούρας είχε εξασφαλίσει με κάποιο τρόπο και τα τελευταία ημερολόγια των πλοίων μαζί με την ξυλεία τους που αγόραζε στην Μάλτα. Άνοιξες περίεργος για να ξεφυλλίσεις τις τελευταίες ώρες του περήφανου σκαριού. Εκεί έκαναν τους υπολογισμούς της ξυλείας και ανέφεραν το όνομα του εμπόρου που θα την αγόραζε μετά την διάλυσή του. Στην τελευταία σελίδα του γραμμένου με καλλιγραφικά γράμματα ημερολογίου, στη σελίδα που κατέγραφε τις τελευταίες στιγμές του Ντόρτμουθ που ανέφερε πίσω από τη φωτογραφία της Στέλλας, σε περίμενε υπομονετικά ένα φύλλο με μια ιδιόχειρη επιστολή του Πορφύρη. Έγραφε:

Αγαπητέ φίλε Κώστα,

Είναι αλήθεια ότι δεν σε αποκάλεσα τα χρόνια που συνεργαστήκαμε ποτέ έτσι, φίλο μου, και έχω ειλικρινά μετανιώσει για αυτό. Εφ’ όσον διαβάζεις αυτό το γράμμα μου, θα καταλαβαίνεις ότι δεν έχω μετανιώσει που σε επέλεξα για συνεργάτη μου, μιας και αυτή σου η ανάγνωση και μόνο αποδεικνύει ότι έχεις τις ικανότητες αλλά και το ψυχικό σθένος που απαιτείται για να ολοκληρώσεις αυτό που δυστυχώς εγώ δεν είμαι σε θέση να κάνω.


Είμαι βέβαιος ότι από την στιγμή που ήρθες σε επαφή με τον δάσκαλο και έμπιστο φίλο μου καθηγητή Φαίδωνα Λάσκο μέχρι σήμερα, θα έχεις ταλαιπωρηθεί και προβληματιστεί αρκετά με αυτά που έχεις ήδη ανακαλύψει ή υποψιαστεί για τον ασφυκτικό κλοιό που με ανάγκασε να αναχωρήσω έτσι απροειδοποίητα και χωρίς να αφήσω επαρκείς εξηγήσεις σε κανένα. Όπως σου υποσχέθηκα στο σημείωμα που σου παρέδωσε ο Φαίδων, εδώ, μέσα σε αυτό το σπίτι, θα σου τα αποκαλύψω όλα.


Στον Φώτη αρέσει να διηγείται την ιστορία αυτού του σπιτιού και είμαι βέβαιος ότι θα το έχει κάνει ήδη. Θα σου ανέφερε ήδη για τις τεκτονικές στοές και τα αρχεία τους που κάποτε φυλάσσονταν εδώ προσδίδοντας ενδεχομένως στην διήγησή του κάποια δόση μυστηρίου ή και μελαγχολίας. Μην περιμένεις να βρεις σήμερα σε αυτό το σπίτι κάποια σκοτεινά μυστικά αρχεία που παραπέμπουν σε μυστικά άλλων παλιότερων εποχών, αυτά δεν με ενδιαφέρουν και όπως ξέρω, δεν θα ενδιέφεραν και εσένα.


Εκείνο όμως που δεν σου είπε ο Φώτης είναι ότι το σπίτι αυτό διαθέτει λόγω του παρελθόντος του και ένα μυστικό δωμάτιο. Βρίσκεται πίσω από το τζάκι και τη παρουσία του δεν την ξέρει κανείς, ούτε ο Φώτης. Η είσοδός του ανοίγει με το χάλκινο κλειδί που έχεις ήδη στα χέρια σου. Χρησιμοποίησέ το στην σχισμή ανάμεσα στους έλικες του πρεβαζιού στο τζάκι που δεν είναι συμμετρικοί, στο πλάι από την δεξιά πλευρά. Θα ήθελα να το επισκεφθείς μιας και σε αυτό βρίσκεται όλο το ερευνητικό μου αρχείο, ο υπολογιστής με το προσωπικό μου ημερολόγιο, το ερευνητικό μου ημερολόγιο και όλα τα στοιχεία εκείνα που αποκαλύπτουν το μέγεθος και την σπουδαιότητα όσων ανακάλυψα δουλεύοντας σκληρά τα τελευταία δέκα χρόνια. Θα διευκολυνθείς πολύ να καταλάβεις την όλη υπόθεση αν ακολουθήσεις τις σελίδες του προσωπικού μου ημερολογίου που σου εμπιστεύομαι. Ότι γράφεται εκεί, τεκμηριώνεται από το υπόλοιπο υλικό του αρχείου καθώς και από τα σχετικά συνδεδεμένα ηλεκτρονικά αρχεία στον υπολογιστή. Στους φακέλους του ερευνητικού μου αρχείου, θα βρεις και τα δεδομένα της εξαίρετης δικής σου ερευνητικής εργασίας, σχολιασμένα και επεξεργασμένα από εμένα, μαζί και τις αναλυτικές συμβουλές μου για την κατεύθυνση που πρέπει να πάρει η έρευνά σου στην συνέχεια μέχρι να ολοκληρωθεί.


Στην περίπτωση που θα χρειαστείς το ίντερνετ κατά την παραμονή σου εδώ, o υπολογιστής διαθέτει μια ασφαλή και γρήγορη δορυφορική σύνδεση. Χρησιμοποίησε την, όπως και την τηλεφωνική συσκευή, με σύνεση. Μην ξεχνάς ποτέ ότι μπορεί να βρίσκεσαι ακόμη σε παρακολούθηση από διάφορες υπηρεσίες και συμφέροντα που έχουν σοβαρούς λόγους να μην αποκαλυφθεί ποτέ η αλήθεια, δηλαδή να παραμείνουν όλα όσα ανακάλυψα στην λήθη.


Δεν είναι ο φόβος που με έκανε να αναχωρήσω. Δεν φοβάμαι, ή πιο σωστά, δεν φοβάμαι πια. Όπως θα μάθεις σύντομα, ένα σοβαρό προσωπικό πρόβλημα με αναγκάζει να διαθέτω την κάθε στιγμή που μου απομένει για να ζήσω όλα αυτά που θα ήθελα και τα δικαιούμαι. Εσύ έχεις τον χρόνο μπροστά και όλες τις δυνάμεις σου στο ακέραιο. Αξιοποίησέ τες για να βγάλεις την αλήθεια από την σκιά. Αυτή ήταν και η τελευταία συμβουλή που σου δίνω. Το τι θα κάνεις είναι καθαρά δική σου επιλογή. Όποια και αν είναι αυτή θα την σεβαστώ.

Θα ήθελα πολύ να βρεθούμε πάλι κάποια στιγμή.
29/10/2004
Σπύρος Πορφύρης


Η μυστική πόρτα άνοιξε δίπλα στο τζάκι ακριβώς με τον τρόπο που είχε γράψει,. Πίσω της βρίσκονταν ένα δωμάτιο περίπου στο μισό μέγεθος του σαλονιού. Παράθυρα πουθενά, παντού βιβλιοθήκες με ράφια που αγκομαχούσαν γεμάτα με φακέλους και μπλόκ με σημειώσεις του Πορφύρη. Για να τα μεταφέρει κανείς όλα αυτά θα ήθελε φορτηγό. Στην μέση του δωματίου ένα σκαλιστό γραφείο με τον φορητό υπολογιστή του καθηγητή, μια δερμάτινη πολυθρόνα και ένα περίτεχνο βενετσιάνικο φωτιστικό. Πάνω του κολλημένο ένα κίτρινο αυτοκόλλητο που έγραφε:

Ημερολόγιο καταστρώματος.doc

Άνοιξες τον υπολογιστή και με δυο κλικ μπήκες στον κόσμο του Πορφύρη.

1 σχόλιο:

  1. H μουσική που ακούγεται στο ηχοσύστημα του Πορφύρη στο

    http://www.youtube.com/watch?v=8nUyA4tfpyI&feature=related

    ΑπάντησηΔιαγραφή