Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Κεφ.14 Τζαζ ροκ


ΤΖΑΖ ΡΟΚ
19/4/2005, Κέρκυρα

Οι οδηγίες της κυρά-Μαρίνας ήταν πολύ κατατοπιστικές. Μετά την Μεσσογγή στο δρόμο για Λευκίμη έστριψες δεξιά ακολουθώντας την πινακίδα για τον Άγιο Ματθαίο. Δεν βιαζόσουν, η Φρόσω ήταν γαντζωμένη πάνω σου από την πίσω θέση απολαμβάνοντας τη διαδρομή ανάμεσα στα περιβόλια και τα αμπέλια. Πιο κάτω στη διχάλα το σήμα έδειχνε ίσια και αριστερά για τον προορισμό αυτής της βόλτας, πήρες τη διαδρομή που δήλωνε μεγαλύτερη. Μέσα στην αντηλιά του μεσημεριού μια άλλη πινακίδα έδειχνε ίσια την κατεύθυνση για την λιμνοθάλασσα των Κορυσσίων, δεξιά ξεκινούσε ο σκιασμένος στενός δρόμος προς το μνημείο των Σέρβων πεσόντων του πρώτου παγκοσμίου και τον Άγιο Ματθαίο. Στάθηκες για να ξεδιψάσετε στη βρύση που άφησαν πίσω τους οι φαντάροι των υπολειμμάτων του Σερβικού στρατού που βρήκαν σ’ αυτό το τόπο καταφύγιο. Η διαδρομή συνέχιζε μέσα σε ένα πανάρχαιο ελαιώνα. Τα πανύψηλα δέντρα με τους χοντρούς τους κορμούς που ήταν γεμάτοι κουφάλες είχαν πάρει περίεργα σχήματα, άλλο σαν άνθρωπος που καμπούριασε απ’ τα χρόνια, άλλο σαν ζώο έτοιμο να ορμίσει, ένα μνημείο της φύσης ανώτερο είπες από το καλλίτερο μουσείο μοντέρνας τέχνης. Το μόνο που θύμιζε ανθρώπινη παρουσία ήταν τα λιόπανα, άλλα μαζεμένα και άλλα απλωμένα ακόμα, να περιμένουν τους πεσόντες καρπούς από ψηλά. Ο ήλιος πουθενά, σκιά απόλυτη παντού, σαν να μην έχει δει το μέρος κανένας ήλιος για αιώνες. Σταμάτησες πιο πάνω τη μηχανή σε ένα παλιό στρατιωτικό κτίριο φτιαγμένο από πέτρα. Οι Σέρβοι να το ‘φτιαξαν στον πρώτο πόλεμο ή οι Γερμανοί στον δεύτερο, δεν υπήρχε κανένα σημάδι που να προσδιορίζει το σκοπό και τον κτίστη του. Από εκεί ξεκινούσε αριστερά προς τη θάλασσα ένας στενός χωματόδρομος που συνέχιζε μέχρι τη θάλασσα με ένα μονοπάτι φαγωμένο από τις βροχές του χειμώνα. Το λαμπίρισμα της θάλασσας που ανοίγονταν μέχρι τον ορίζοντα αντανακλούσε από ψηλά το γαλάζιο της στα μάτια της Φρόσως που έλαμπαν. Σε πήρε από το χέρι, κατηφορίσατε το μονοπάτι και βγήκατε από τη σκιά.
Η μικρή αμμουδερή παραλία που ανοίγονταν προς το βορρά είχε τη πλάτη της καλυμμένη από τα κύματα του Αδριατικού πελάγους, που έρχονταν από τη δύση, με ένα μικρό κυματοθραύστη φτιαγμένο από ογκόλιθους, που προστάτευε καμιά δεκαριά ψαρόβαρκες που ήταν δεμένες η μια δίπλα στην άλλη με ένα σκοινί. Δεξιά ένα κλειδωμένο εκκλησάκι, Αγία Παρασκευή έγραφε, το ίδιο και το κουφάρι μιας μισοθαμμένης στην άμμο ξύλινης βάρκας μπροστά του. Σκιά πουθενά εδώ κάτω, το φως έδειχνε να έρχεται εκτυφλωτικό από παντού μετά από τις αντανακλάσεις του στο νερό, τη λευκή άμμο, τα βράχια και το ασβεστωμένο τοίχο απ’ το ξωκλήσι που το έστελνε με μεγαλύτερη ένταση πίσω στη θάλασσα. Λίγα μέτρα πιο πάνω το απόλυτο σκοτάδι του ελαιώνα έμοιαζε σαν να είχε χύσει όλο το φως στη θάλασσα από το φαγωμένο μονοπάτι μαζί με τα νερά της βροχής του χειμώνα.
«Εγώ θα μπω» είπε χαμογελώντας πάλι με τα μάτια. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα της με γρήγορες κινήσεις, έβγαλες και εσύ τα παπούτσια και μάζεψες τα παντζάκια μέχρι το γόνατο. Το νερό ήταν παγωμένο, πάντα περίμενες να μπεις στη θάλασσα μετά του Αγίου Πνεύματος. Το γυμνό κορμί της εξαφανίστηκε στο νερό με ένα μακροβούτι. Την είδες μετά από δέκα μέτρα να σου χαμογελάει τινάζοντας τα μαλλιά της από το νερό, πριν γυρίσει τη πλάτη και με δυνατές απλωτές να παίρνει κατεύθυνση προς τη μύτη του κυματοθραύστη. Πρώτη φορά τη βλέπεις γυμνή, το καλογυμνασμένο της κορμί δεν σου έκρυβε πλέον κανένα του μυστικό. Τα δυο της λακκάκια κάτω από τη μέση τα είχες φανταστεί ότι θα ήταν ακριβώς εκεί, τώρα τα είδες να σου χαμογελούν πριν το μακροβούτι.
Στάθηκες να καταγράψεις την εικόνα ακουμπώντας πάνω στο σκοροφαγωμένο σκαρί της βάρκας που, γερμένη στο πλάι, είχε γεμίσει άμμο και νερό. Μέσα της καμιά δεκαριά καβούρια έκαναν τσιμπούσι με ένα μισοφαγωμένο κέφαλο. Η σκιά από το σώμα σου που έσκυψε από πάνω τους να δει το θέαμα τα φόβισε, άφησαν τον μεζέ και άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητα προς όλες τις κατευθύνσεις.
«Συγνώμη» σου ξέφυγε βλέποντας τα να χάνονται στα ρηχά. Χαμογέλασες, θυμήθηκες τα καβούρια σε μια άλλη ακρογιαλιά, ίδια σαν αυτή, με μια παρόμοια μισοβυθισμένη βάρκα στο Γαλαξίδι, πριν είκοσι, είκοσι ένα χρόνια θα ήταν. Τότε να τα κυνηγάς με ένα καλάμι για να τα δεις να χάνονται στη θάλασσα διασκεδάζοντας με το πλάγιο του βαδίσματός τους. Και μετά, ολομόναχος πλέον στην μυστική σου γωνιά, να κοιτάς με τις ώρες τη θάλασσα περιμένοντας τον Αρχάγγελο να φανεί στον ορίζοντα. Φανταζόσουν τον παππού σου να σε μαθαίνει να δουλεύεις το πανί και τα σχοινιά και εσύ να κρατάς σταθερά τη πορεία με το τιμόνι του, όπως εκείνη τη μοναδική φορά που βγήκατε μαζί για ψάρεμα με τη βάρκα και σου μάθαινε πως νετάρουν το παραγάδι για να μη μπερδευτεί και πως δολώνεται η σαρδέλα στην καθετή για να πιάσετε καθαρά στα βαθειά. Εσύ τότε ήσουν ο τιμονιέρης στο καΐκι των παιδικών σου ονείρων που ξεκινούσε ταξίδι για να φορτώσει και να ξεφορτώσει όλου του κόσμου τα καλά σε όλα τα λιμάνια από τη Πάτρα μέχρι το Τούνεζι. Και σε κάθε λιμάνι να σας περιμένουν παλιοί φίλοι του παππού με κεράσματα και για να πουν ιστορίες για τρικυμίες, μπουνάτσες και τα θαλασσινά πλάσματα που δεν τα είχε δει ποτέ κανένα μάτι ανθρώπινο. Και εκεί, στο τελευταίο λιμάνι στην Αλεξάνδρεια, πριν πάρετε το δρόμο του γυρισμού φορτωμένοι με χουρμάδες, ελεφαντόδοντο και μπακίρια, θα ξεφύλλιζες εκείνο το βιβλίο που σου υποσχέθηκε ο παππούς και που είχε όλη τη παλιά σοφία που εξηγούσε όλα τα μυστήρια του κόσμου απαντώντας σε όλα τα αναπάντητα γιατί που τον βομβάρδιζες, φυλαγμένο τόσους αιώνες για σένα από εκείνο τον γέρο παλαιοπώλη. Δεν ερχόταν ποτέ ο Αρχάγγελος, έφευγες το σούρουπο πάντα μετανιωμένος που κυνήγησες τα καβούρια και σε άφησαν αυτά ολομόναχο στην ακροθαλασσιά να ψάχνεις απογοητευμένος και διψασμένος για κάποια σκιά να σε δροσίσει μετά τις ώρες κάτω από τον ήλιο που έστελνε το φως του από παντού.
Δεν ξέρεις πόση ώρα πέρασε με αυτές τις σκέψεις, η Φρόσω δεν φαινόταν πουθενά. Σηκώθηκες στις μύτες των ποδιών να κοιτάξεις πίσω από τα βράχια του κυματοθραύστη, ανέβηκες πάνω στη πλαγιασμένη βάρκα έβαλες το χέρι αντήλιο, τίποτα. Η θάλασσα έδειχνε άγρια την απεραντοσύνη της μέχρι τη δύση, ανησύχησες, η καρδιά σου άρχισε να χτυπάει δυνατά. Έβγαλες τα ρούχα, τα πέταξες πάνω στη μιθοβυθισμένη βάρκα και ολόγυμνος πήρες την απόφαση να τη ψάξεις. Δεν πρόλαβες να κάνεις ένα βήμα στα παγωμένα νερά όταν την άκουσες να γελάει από πίσω σου ξαπλωμένη πάνω σε ένα λείο βράχο που ξεκινούσε από τα ριζά του λόφου με τις ελιές και χανόταν πλαγιασμένος στο νερό. Σε παρατηρούσε λαχανιασμένη, προφανώς κολύμπησε πίσω από τα βράχια τα σκαρφάλωσε και βγήκε από πίσω.
«Ανησύχησες Σκοτεινέ;» σε ρώτησε γελώντας όσο την πλησίαζες γυμνός. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε ρυθμικά στάζοντας αλμύρα. «Έτσι ακριβώς σε είχα φανταστεί όταν ζωγράφιζα εκείνη τη ζωγραφιά που σου άρεσε. Γυμνό και ανήσυχο να με ψάχνεις μέσα σε μια τέτοια θάλασσα.»
Την πήρες αγκαλιά και τη φίλησες. Το αλμυρό νερό που έσταζε στο στόμα της από τα βρεγμένα της μαλλιά έκανε τη δίψα και των δυο αβάσταχτη. Κυλιστήκατε πάνω στο φως της αμμουδιάς με τα γυμνά κορμιά να χάνουν όλες τους τις λεπτομέρειες, τους έμενε μόνο το περίγραμμα. Σου φάνηκε ότι πιάσατε όλα τα λιμάνια μέχρι τη Μπαρμπαριά, ήθελε να τα ξαναεπισκευτείς ένα ένα και ύστερα πάλι από την αρχή σε ένα ταξίδι που δεν θα σταματούσε ποτέ. Την ακολούθησες αλλάζοντας μαζί της συνέχεια θέση στο πανί και το τιμόνι. Μείνατε μετά από ώρα να αφήνετε τον ήλιο να σκάβει τα ξεδιψασμένα κορμιά από τον έρωτα χαϊδεύοντας ο ένας τον άλλο. Τα καβούρια είχαν επιστρέψει να συνεχίσουν αυτό που είχαν αφήσει μισό, ο φόβος της άγνωστης σκιάς είχε εξαφανιστεί.
«Για πρώτη φορά μετά από καιρό έχω την αίσθηση ότι δεν με παρακολουθεί κανένας» είπε ακουμπώντας το κεφάλι της στη γυμνή σου κοιλία όσο έπαιζε μπλέκοντας τα δάχτυλά της στις τρίχες σου. Συμφώνησες μπλέκοντας τα δικά σου στα βρεγμένα της μαλλιά. Και τότε άρχισε να χαμηλώνει λίγο η ένταση από εκείνο το βούισμα μέσα σου.

Σούρουπο. Είπατε να κάνετε μια βόλτα με τα πόδια στα καντούνια της παλιάς πόλης. Άφησες τη μηχανή σε μια πλατεία που την στόλιζαν δημόσια ουρητήρια, δυο στάσεις λεωφορείου και τρία πλατάνια. Γύρω γύρω μαγαζιά γεμάτα με Πασχαλινά στολίδια και πολύχρωμους μπότηδες, τα κανάτια που θα σπάσουν το Μέγα Σάββατο για να ξορκίσουν το κακό, φοβίζοντας τον κάθε ετερόδοξο κατακτητή που πέρασε από εδώ. Πλατεία Σαρόκκο έγραφε η πινακίδα στα ελληνικά, San Rocco η λατινική γραφή της για τους τουρίστες. Κοιταχτήκατε στα μάτια, είπατε να κάνετε ένα γύρω να βρείτε οτιδήποτε να παραπέμπει σε αρχείο, είχε μείνει μόνο εκείνη η τελευταία παράγραφος από το μήνυμα του Πορφύρη που δεν είχε αποκρυπτογραφηθεί, αυτή που υπόσχονταν να τα εξηγήσει όλα. Ένα συμβολαιογραφείο στον πρώτο όροφο ενός παλιού σπιτιού, που στο ισόγειό του πουλούσε μουσικά όργανα και δυο βιβλιοπωλεία έδειχναν τα μοναδικά σημεία που θα μπορούσε να υπάρχει κάτι γραπτό ή τυπωμένο. Παντού μαγαζιά, καφενεία, τυποπιτάδικα και σουπερμάρκετ. Χτυπήσατε το κουδούνι του συμβολαιογραφείου, άνοιξε σκυφτός ένας αδύνατος ασπρομάλλης κρυμμένος πίσω από τους χοντρούς φακούς των μυωπικών του γυαλιών.
«Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» ρώτησε ευγενικά τονίζοντας το ρήμα με τη χαρακτηριστικά μελωδική προφορά των ντόπιων.
«Είμαστε από το Πανεπιστήμιο, κάνουμε μια έρευνα και θα θέλαμε να ρωτήσουμε αν υπάρχει στα αρχεία σας κάτι καταγεγραμμένο που αφορά τον Σπύρο Πορφύρη, τον καθηγητή Σπύρο Πορφύρη» είπες.
Βρόντηξε και άστραψε. Έξαλλος από την οργή έδειξε την πόρτα φωνάζοντας:
«Να πάτε να πείτε σε αυτούς που σας έστειλαν ότι δεν ξέρω κανένα Πορφύρη και δεν έχω τίποτα που να τον αναφέρει. Μόλις κατάφερα να συνεφέρνω τα βιβλία μου από την προηγούμενη φορά, το Νοέμβριο, που ήρθαν εκείνοι οι άλλοι με εισαγγελική παραγγελία και τα άφησαν όλα πίσω τους γης Μαδιάμ. Να σου τώρα πάλι τα ίδια από την αρχή. Τσακιστείτε από δω, σας είπα δεν έχω τίποτα.»
Συνέχισε να βρίζει με την κερκυραϊκή του προφορά επικαλούμενος και τον Άγιο Σπυρίδωνα βροντώντας τη πόρτα όσο κατεβαίνατε δυο δυο τα σκαλιά.
«Φαίνεται ότι δεν είχαμε μόνο εμείς αυτή την έμπνευση» είπε χαμογελώντας και αγκαλιάζοντας το μπράτσο σου.

Μουσική τζαζ ακούγονταν να έρχεται από κάπου κοντά, κάπου θα δίνονταν συναυλία. Την ακολουθήσατε μέχρι που είδατε έκπληκτοι να έρχεται μέσα από τον χώρο ενός συγκροτήματος κτιρίων, πενήντα μέτρα πιο κάτω, που είχαν απ’ έξω μια πινακίδα που έγραφε: ΠΕΣΥΠ Ιονίων Νήσων, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Κέρκυρας. Η πύλη ανοιχτή, παρέες έμπαιναν και έβγαιναν ελεύθερα, η συναυλία δίνονταν στο προαύλιο μπροστά σε ένα κοινό που έδειχνε μεγάλο. Κοντοστάθηκε.
«Έχεις ξαναμπεί ποτέ σε τρελοκομείο;» σε ρώτησε.
«Όχι, αλλά τώρα που το σκέφτομαι θα ήθελα πολύ να μπω τώρα. Τι καλλίτερο να θυμάμαι ότι μετά που κάναμε πρώτη φορά έρωτα μπήκαμε μετά μαζί σε τρελοκομείο πιασμένοι χεράκι χεράκι. Μπορεί να με αφήσουν να βγω μετά, που ξέρεις. Τζαζ ροκ φάση, έτσι;»
Όσο περνούσατε τη πύλη έμπηξε δυνατά τα δάχτυλά της ανάμεσα στα δικά σου, φοβόταν περισσότερο από σένα. Εκείνη τη στιγμή άνοιξαν τα φώτα και ο χώρος φωταγωγήθηκε. Πάνω στη σκηνή, που είχε σταθεί αριστερά, σολάριζε καταπληκτικά ένας κλαρινίστας μια άγνωστη τζαζ σύνθεση ανάμεσα σε ένα γκρουπάκι από εικοσάρηδες που τζαμάρανε σαν επαγγελματίες. Φοιτητές έμοιαζαν, όπως και οι περισσότεροι που λικνίζονταν στον ήχο του κάτω από τη σκηνή. Πίσω τους στο γρασίδι μια παρέα μπόμπιρες είχαν στρώσει δίτερμα. Πιο δίπλα παρέες με μαμάδες έτρεχαν πίσω από τα μωρά τους που έτρεχαν σαν παλαβά στην άπλα ανάμεσα σε νοσοκόμες με στολή τους και σε άλλες παρέες πιο ηλικιωμένων. Κάποιοι είχαν πάρει θέσεις μπροστά σε μπύρες καθισμένοι στα σιδερένια τραπεζάκια ενός κυλικείου απέναντι από την εξέδρα, είπατε να κάτσετε. Το μόνο τρελό σε όλη αυτή τη σκηνή ήταν ένα φωταγωγημένο χριστουγεννιάτικο δέντρο με ένα τεράστιο αστέρι στη κορφή που άναψε λίγο πριν το Πάσχα μαζί με τα λαμπιόνια, που φώτιζαν τη σκηνή σαν λαϊκό πάλκο και έδινε στο χώρο μια γιορτινή ατμόσφαιρα.
Δεν είχε άδειο τραπέζι. Ένας κουστουμαρισμένος πενηντάρης σας έκανε νόημα να καθίσετε στο δικό του, είχε δυο θέσεις άδειες. Παράγγειλες σε ένα πρόθυμο γκαρσόνι παγωμένες μπύρες, είπες και να κεράσεις τον ευγενικό κύριο που πρόσφερε τις θέσεις, δεν είπε όχι. Μια πιτσιρίκα με ένα ροζ φορεματάκι και ένα μεγάλο φιόγκο στα μαλλιά, ήταν δεν ήταν έξι χρονών, έτρεχε με ένα χάρτινο ανεμόμυλο που ανακάτευε το μπλε το άσπρο και το κόκκινο ανάμεσα στα τραπέζια τραγουδώντας ένα αυτοσχέδιο τραγουδάκι της που συντονιζόταν με το ρυθμό της μουσικής που γέμιζε το χώρο:

«Θα κάνει φρου, θα κάνει φρου.»

«Μάκης» συστήθηκε «γουντουλιαραίος», πάει να πει ψαράς, τη βάρκα του είπε την είχε δέσει στις Μπενίτσες. Έδειχνε να την απολαμβάνει τη μουσική σε κάθε της νότα και ας ήταν τα ακούσματα από τη σκηνή τώρα πολύ προχωρημένα και για τα δικά σου γούστα. Ήπιες τη μπύρα μονορούφι, ξεδίψασες, είπες στο γκαρσόνι να φέρει άλλη μια.
«Έχει ψάρι αυτή την εποχή;» τον ρώτησε η Φρόσω.
Άρχισε τότε να σας μιλάει για τα ψάρια που λιγοστεύουν, τα έξοδα που μεγαλώνουν και για τα παράνομα τα ιταλικά με τις ανεμότρατες που δεν αφήνουν ούτε το γόνο. Κάθε φορά όλο και πιο βαθιά ρίχνει, όλο και πιο μακριά, έφτασε κάποτε να ψαρεύει νότια από την Κρήτη κοντά στον Καντάφι. Τι είναι ο κάβουρας τι είναι το ζουμί του, τίποτα δεν μένει στο τέλος δήλωσε μετά από ένα μακρύ μονόλογο.
«Έβαλαν και περιορισμό στα δίχτυα οι λιμενικοί οι δικοί μας, καλά κάνουν, αλλά άργησαν. Θα χρειαστεί χρόνια να ξαναγεννηθούν τα ψάρια αν δεν τα πνίξει όλα η μόλυνση που αδειάζουμε από τα αποχωρητήρια μέχρι τότε. Δύσκολα τα φέρνω βόλτα εγώ και οι άλλοι, έμειναν λίγα τα καΐκια. Ένας μετά τον άλλο τα άλλαξαν σε τουριστικά για να δουλεύουν το καλοκαίρι στις εκδρομές τουλάχιστον, να συμπληρωθούν τα χρόνια για την σύνταξη. Αλλά που τα λεφτά για τις μετατροπές;»
«Το φοβάσαι περισσότερο όταν βγαίνεις εκεί έξω;» τον ρώτησες.
«Θα σου φανεί περίεργο, αλλά εκεί έξω δεν φοβάμαι την θάλασσα ούτε τα στοιχειά της, αυτά ξέρω να τα παλεύω. Τον γυρισμό φοβάμαι κάθε φορά, που δεν θα βρω κανένα να με περιμένει στο σπίτι.» Έσβησε το πέμπτο αποτσίγαρο στο τασάκι που είχε ξεχειλίσει.
Η πιτσιρίκα με τον ανεμόμυλο είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της μαμάς της στο διπλανό τραπέζι. Ο ανεμόμυλος της αναθάρρησε και έκανε φρου από το ελαφρό αεράκι που σηκώθηκε.
Ένας κοντούλης νεαρός με χοντρά μυωπικά γυαλιά και μαλλιά καρφάκια έψαχνε ανήσυχος να βρει κάτι μέσα στο ημίφως, ανάμεσα στις παρέες που συνέχιζαν να πίνουν ούζο και μπύρες με μεζέ. Έδειχνε αλλόφρων, το πουκάμισό του είχε βγει έξω από το παντελόνι, να και ένας ασθενής σκέφτηκες, δεν θα τους έχουν φαίνεται όλους κλεισμένους μέσα στα δωμάτιά τους.
«Έλα βρε Μάκη, εδώ είσαι και σε ψάχνω τόση ώρα. Πες καληνύχτα στα παιδιά, είναι ώρα να πάρεις τα φάρμακα σου. Έλα, θα ακούσεις τη μουσική από το κρεβάτι σου, είπα στη προϊσταμένη να αφήσει τα παράθυρα ανοιχτά μέχρι το τέλος» είπε στο ψαρά που σηκώθηκε αμέσως και σας καληνύχτισε ευγενικά.
Έφυγαν αγκαλιασμένοι σαν καλοί φίλοι, κοιταχτήκατε όλο απορία. Στη σκηνή είχε ανέβει ένα ροκ γκρουπάκι από έξι παιδιά που ο παρουσιαστής είπε ότι ήρθαν από την Σουηδία γι’ αυτή την συναυλία. Ο μαύρος μπασίστας τους, που έσπαζε τη μονοτονία του ξανθού των υπολοίπων, ευχαρίστησε τους οργανωτές στα αγγλικά και είπε ότι το πρώτο τραγούδι το αφιέρωναν στον Φρόιντ. Άρχισαν να ροκάρουν καθαρό μεταλλικό ήχο συνοδεύοντας τον τραγουδιστή τους που επαναλάμβανε στο ρεφραίν «I wonna kill you dad[1]». Το λίκνισμα του κοινού άρχισε να γίνεται ποιο έντονο. Μια πενηντάρα με ένα παλιομοδίτικο ταγέρ και την τσάντα της πιασμένη στο ώμο άρχισε να χορεύει καταπληκτικά ροκ μπροστά στη σκηνή, σε λίγο την ακολούθησαν και άλλοι. Στο τρίτο τραγούδι είχαν αδειάσει σχεδόν όλα τα τραπεζάκια, άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, ανάμεσά τους και μερικοί με λευκές μπλούζες νοσηλευτή, χοροπηδούσαν και χόρευαν, οι περισσότεροι με ένα κουτάκι μπύρα στο χέρι.
Ο νεαρός με τα μαλλιά καρφάκια που πήρε το Μάκη γύρισε και στάθηκε μπροστά σας.
«Ελπίζω να μη σας ενόχλησε ο Μάκης. Ιάκωβος Καραμπότης, ειδικευόμενος ψυχίατρος, σήμερα εφημερεύω. Από το Πανεπιστήμιο είστε;» Πήρε τη θέση του Μάκη που έμενε κενή. Το γκαρσόνι ήρθε πρόθυμα να του πάρει παραγγελία.
«Τι να σου φέρω γιατρέ;» τον ρώτησε.
Παρήγγειλε τρεις μπύρες σε ποτήρι και ζήτησε να αδειάσουν το τασάκι. Έστριψε τσιγάρο.
«Ναι, από το Πανεπιστήμιο» απάντησε η Φρόσω «Από το Τμήμα Μάρκετινγκ του Αττικής, επισκέπτες είμαστε στο νησί. Μπορείτε να μας εξηγήσετε γιατρέ γιατί αυτή η συναυλία και τι είναι αυτός ο κόσμος; Δεν φαίνονται να είναι ασθενείς. Αυτούς θα τους έχετε δεμένους ελπίζω.»
«Σχεδόν το ένα τρίτο από αυτούς που χορεύουν τώρα είναι ασθενείς, κάποιοι άλλοι είναι εργαζόμενοι εδώ. Ορισμένοι ασθενείς μας προτίμησαν να βγουν βόλτα στη πόλη, η τζαζ και το ροκ δεν τους λένε και πολλά και πήγαν να παρακολουθήσουν μια άλλη συναυλία αναγεννησιακής μουσικής που γίνεται στο Καμπιέλο, θα γυρίσουν όπου να ‘ναι. Οι υπόλοιποι εκεί κάτω είναι φοιτητές από το Πανεπιστήμιο της Κέρκυρας. Δεμένους δεν έχουμε, τέσσερις ή πέντε είναι σήμερα σε επιτήρηση στα οξέα περιστατικά, όλοι οι υπόλοιποι είναι χρόνιοι ψυχικά διαταραγμένοι και ακίνδυνοι. Όλοι, όπως ο Μάκης που γνωρίσατε, πάσχουν από ιδρυματισμό, θεωρούν αυτό το χώρο σπίτι τους. Σήμερα είναι ιστορική μέρα γι’ αυτό το ίδρυμα. Παραδόθηκε μια πτέρυγά του για να στεγαστούν δυο τμήματα του Ιονίου Πανεπιστημίου, φαίνεται ότι εδώ γίνεται ένα πρωτότυπο πείραμα μιας και ανταλλάσσεται ο ρόλος του άσυλου ψυχικά ασθενών με το Πανεπιστημιακό άσυλο. Καταπληκτική σύλληψη, αυτός που το σκέφτηκε, ο προηγούμενος πρόεδρος του Πανεπιστημίου θαρρώ πως ήταν, θα πρέπει να κοιτούσε πάρα πολύ μακριά, θα πρέπει να ήταν ταυτόχρονα φιλόσοφος και ποιητής εκτός από αστροφυσικός.»
Ρούφησε μια γουλιά και δυο γερές από το στριφτό. Συνέχισε.
«Οι φοιτητές φοβούνται να μπουν σε ένα τέτοιο χώρο. Είναι φυσικό αυτό, ενδεχομένως τον ίδιο φόβο να είχατε και σεις πριν μπείτε, το στίγμα της τρέλας τον έχει σημαδέψει από το 1838 που στεγάζει το Ψυχιατρείο. Δημιουργήθηκε, ξέρετε, από τους Άγγλους, ταυτόχρονα με τις φυλακές της Κέρκυρας και το παλιό νοσοκομείο, που είναι και τα δυο λίγο εδώ πιο πάνω στον λόφο. Φοβόντουσαν οι Άγγλοι εξεγέρσεις από τον τοπικό πληθυσμό και τη μυστική οργάνωση Φιλορθόδοξος Εταιρεία που είχε σαν στόχο τη βάφτιση του Όθωνα ως ορθοδόξου και την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Όσους είχαν σχέση με αυτή την οργάνωση είτε τους έκλειναν στη φυλακή είτε εδώ μέσα για προληπτικούς λόγους, χαρακτηρίζοντάς τους τρελούς. Μάζεψαν εδώ και τους τρελούς των χωριών και κάποια χρόνια αργότερα, κοντά στο 1900, πήρε ο χώρος τη σημερινή του μορφή. Σε ένα δυο χρόνια θα πάψει όμως να λειτουργεί σαν άσυλο, οι τελευταίοι χρόνιοι θα έχουν μεταφερθεί μέχρι τότε σε οικοτροφεία ή σε προστατευμένα διαμερίσματα κοντά στα χωριά τους. Μερικοί θα πιάσουν δουλειά στο συνεταιρισμό που ίδρυσαν, κάποιοι όπως τα γκαρσόνια που σερβίρουν εδώ, δουλεύουν ήδη στον συνεταιρισμό τους και έχουν σχεδόν ολοκληρώσει την κοινωνική τους επανένταξη. Έτσι τα περισσότερα κτίρια που κάποτε στοίβαζαν εξακόσιες ψυχές, θα στεγάζουν τα εργαστήρια της πληροφορικής του Πανεπιστημίου. Είπαμε να κάνουμε αυτή τη συναυλία σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο για να υποδεχτούμε τους φοιτητές και απ’ ότι φαίνεται μέχρι τώρα πάει καλά.»
Κάτω από τη σκηνή δυο νεαρές φοιτήτριες έκαναν σφεντόνα και πέταξαν τις κιλότες τους στον μαύρο μπασίστα όσο σολάριζε αριστοτεχνικά ένας ξανθός δεκαοκτάχρονος με το σαξόφωνό του ένα παλιό του Σπρίνγκστιν. Η συναυλία πράγματι έδειχνε να εξελίσσεται ομαλά, όπως όλες οι άλλες.
«Γιατί θέλουν να μένουν εδώ;» ρώτησε η Φρόσω.
«Λόγω του φόβου κυρίως. Ο φόβος ο δικός τους για να ενταχθούν πάλι στη κοινωνική ζωή, ο φόβος μην απορριφθούν, ο φόβος της κοινωνίας και των οικογενειών τους για την τρέλα που δεν τους κάνει εύκολα αποδεκτούς όταν γυρίζουν πίσω. Η τρέλα όμως, η σχιζοφρένεια δηλαδή, αφορά ελάχιστες περιπτώσεις. Τα περισσότερα νέα περιστατικά μας έχουν να κάνουν με βαριές καταθλίψεις, με κρίσεις άγχους και φοβίες καθώς και με τις παρενέργειες της γεροντικής άνοιας που δεν έχουν καμιά σχέση με την τρέλα. Τα αντιμετωπίζουμε όλα αυτά αποτελεσματικά με φάρμακα ή με ψυχοθεραπεία, ιδιαίτερα με τα καινούργια φάρμακα που απελευθέρωσαν οι φαρμακευτικές μετά το πρώτο πόλεμο του Κόλπου για να αντιμετωπίσουν τα χιλιάδες περιστατικά με τους ψυχικά διαταραγμένους Αμερικανούς στρατιώτες. Δεν χρειάζεται πλέον να κρατάμε ασθενείς εδώ για πολύ για να γίνονται χρόνιοι, ούτε να τους δένουμε όπως παλιότερα, αυτές οι μέθοδοι είναι ξεπερασμένες και αναποτελεσματικές. Εδώ μέσα όμως ξέρουμε ότι ο σχιζοφρενής δεν είναι και επικίνδυνος, ζει απλώς μια δική του πραγματικότητα τελείως διαφορετική από τη δική μας. Λειτουργεί το μυαλό του ακριβώς όπως του εξαρτημένου σε ουσίες την ώρα που κάνει το ταξίδι του, με τη μόνη διαφορά που στον σχιζοφρενή η κατάσταση αυτή είναι συνεχής. Ακούει φωνές ή βλέπει οράματα, καμιά φορά ζει μια άλλη πραγματικότητα, όπως για παράδειγμα ο Μάκης που γνωρίσατε. Μπαινοβγαίνει εδώ τα τελευταία είκοσι χρόνια απ’ όταν είδε τη βάρκα του να βυθίζεται και μετά να τον εγκαταλείπει η γυναίκα του. Στη κρίση του μας χαλάει τα καζανάκια, απόλυτα φυσιολογική αντίδραση γι’ αυτόν μιας και τα θεωρεί υπεύθυνα για την θαλάσσια ρύπανση και για τον περιορισμό της ψαριάς που τον έφερε σε ανέχεια. Εδώ βρήκαν οι παλιοί ασθενείς κάποια φροντίδα και κατανόηση, είναι δύσκολο να τα βρουν αυτά και εκεί έξω και έτσι θέλουν να ζουν εδώ στο άσυλο. Η κοινωνία όμως τους φοβάται ακόμη και δυστυχώς φοβάται όλο και περισσότερο με όλες αυτές τις εικόνες ωμής βίας που την βομβαρδίζουν καθημερινά όλα τα μέσα συντηρώντας τα λάθος πρότυπα.»
Πλησίαζε δέκα, η συναυλία τελείωσε, σηκώθηκε για να πάει στο πόστο του.
«Δεν μου είπατε τα ονόματα σας βρε παιδιά. Θα πρότεινα να βρεθούμε να σας πω και άλλα, αν σας ενδιαφέρει το θέμα. Σε κανένα μπαράκι όσο είστε στο νησί. Τώρα θα πρέπει να με συγχωρήστε, έχω δουλειά.»
Συστηθήκατε, ήταν πλέον βέβαιο ότι δεν ήταν αυτό που νομίσατε αρχικά.
«Στο τμήμα Μάρκετινγκ είπατε; Εκεί πρέπει να κάνει το διδακτορικό του και ένας συμμαθητής μου από το γυμνάσιο. Έχω να τον πάρω τηλέφωνο δυο τρία χρόνια, ελπίζω να αδυνάτισε κάπως. Προκοπίου τον λένε, τον ξέρετε;»
Σκάσατε στα γέλια στο άκουσμα του ονόματος του τρίτου συγκάτοικου σας στο τρίκλινο του πανεπιστημιακού σας άσυλου. Πριν φύγει για να συνεχίσει την εφημερία του σας έδωσε το τηλέφωνό του.
Βγήκατε αγκαλιασμένοι μαζί με τις παρέες των φοιτητών που πήγαιναν να συνεχίσουν τη βραδιά τους σε κάποια στέκια τους στη πόλη. Μύριζε άνοιξη και υπήρχε παντού διάχυτη μια περίεργη αίσθηση ερωτισμού.
«Είδες, σε άφησαν να φύγεις τελικά Σκοτεινέ» σου είπε πάνω στη μηχανή γλύφοντας τον λοβό του αυτιού σου. Της είχες πει ότι αυτό σε τρελαίνει.
[1] Θέλω να σε σκοτώσω μπαμπά

1 σχόλιο:

  1. Μουσική που ακούγεται την συναυλία

    http://www.youtube.com/watch?v=y-9s4PWxykM

    http://www.youtube.com/watch?v=5PSGhuT_gCk&feature=related

    http://www.youtube.com/watch?v=QHFK1yKfiGo

    ΑπάντησηΔιαγραφή